Caruso: Ο θάνατος δεν είναι παρά το τέλος της πρώτης πράξης

Lucio Dalla 1943 - 2012

Εχθές έπεσε ένας ακόμα διάττοντας αστέρας, μα η απόχρωση του φωτός του θε να μείνει ανεξίτηλη στην ιστορία των Ανθρώπων. Όχι, δεν πρόκειται για έναν επιτύμβιο, ούτε για έναν θρήνο, καθώς όπως είπε και ο ίδιος πριν λίγες μέρες, «ο θάνατος δεν είναι παρά το τέλος της πρώτης πράξης». Μονάχα να διηγηθώ μια ιστορία ήθελα:

Ένας άνδρας κάθεται στο μπαρ ενός μεγάλου ξενοδοχείου. Είναι ολίγον τι κουρασμένος και εκνευρισμένος. «Δεν σου χαλάει το σκάφος κάθε μέρα, πόσο μάλλον όταν ευχαριστιέσαι τις διακοπές σου» σκέφτεται με παράπονο.
Στην άλλη άκρη της μεγάλης άδειας αίθουσας ένα πιάνο. Φαίνεται παλιό αλλά σε καλή κατάσταση. Σηκώνεται και δειλά κάθεται και παίζει δυο-τρεις νότες. Ο βαρύς και ξεκουρδισμένος ήχος του ταράζει τη σιωπή της νύχτας και τραβά την προσοχή του γκαρσονιού που εκείνη τη στιγμή έκλεινε ταμείο. Άντζελο νομίζω τον έλεγαν. Κοιτάει τότε τον άνδρα και του λέει:
– Αν ξέρατε κυρ Λούτσιο την ιστορία αυτού του πιάνου… εκεί έδωσε τη στερνή του παράσταση ο μεγάλος τενόρος Enrico Caruso, με ένα μοναδικό κοινό: τη θάλασσα, τ’αστέρια, τους ψαράδες, τις ψαρόβαρκες να φωτίζουν και τα μάτια της αγαπημένης του να γίνονται μάρτυρες ενός κύκνειου άσματος.

Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, και εκείνος ήξερε ότι επρόκειτο για μια από τις τελευταίες του -βλέπετε, άτιμη αρρώστια ο καρκίνος, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τις χορδές ενός τενόρου. Παρ’ ολ’ αυτά δεν το έβαζε κάτω και συνέχιζε να παραδίδει μαθήματα φωνητικής σε μια νεαρή κοπέλα, με την οποία μάλιστα λέγανε ότι ήταν πολύ ερωτευμένος. Τότε εκείνη του ζήτησε να της τραγουδήσει. Αυτός, μολονότι δεν ένιωθε καλά, δεν μπορούσε να χαλάσει χατίρι σε δυο τόσο όμορφα μάτια που τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Ζήτησε, τότε, να βγάλουν το πιάνο στο μεγάλο  μπαλκόνι που είχε θέα στο λιμάνι, και με την κοπέλα να στηρίζεται πάνω του, εκείνος άρχισε να τραγουδά τον έρωτα του, τον πόνο του για τις σκιές του παρελθόντος, πολεμώντας μάταια το θάνατο και ψάχνοντας στα μάτια του κοριτσιού μια ζωή που δεν υπάρχει.

Λένε πως τόσο δυνατή ήταν η φωνή του που όλες οι ψαρόβαρκες που αρμένιζαν κάτω από την πανσέληνο πλησίασαν όσο πιο κοντά μπορούσαν στο μπαλκόνι σαν να προσπαθούσαν να κρεμαστούν για να ακούσουν την αγγελική ψαλμωδία.
Τόσες βάρκες μαζεύτηκαν, που έμοιαζαν σαν τα αστέρια του ουρανού να αντανακλώνται στη θάλασσα, σαν τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης να υψώνονται στον κόλπο του Σορρέντο… και εκείνος, στο βλέμμα της αγαπημένης του, δεν έχανε τη δύναμη και ξεκινούσε πάλι από την αρχή…

Εκείνη τη νύχτα η υγεία του χειροτέρεψε… δύο μέρες αργότερα ξεψύχησε στη Νάπολη.

Ακούγοντας αυτή την τρυφερή και συνάμα τραγική ιστορία, ο Λούτσιο έγραψε αυτό το τραγούδι:

 

Caruso

Εκεί που θάλασσα φωτίζει και φυσά δυνατά ο αγέρας
σε μια παλιά ταράτσα μπροστά στον κόλπο του Σορρεντο
ένας άνδρας αγκαλιάζει μια κοπέλα με δάκρυα στα μάτια
Μετά καθαρίζει τη φωνή του και πιάνει ένα σκοπό

«Πόσο σε αγαπώ, το ξέρεις,
τόσο μα τόσο πολύ, το ξέρεις
που αλυσίδα γίνεται και
σαν το αίμα στις φλέβες λιώνει»

Είδε τα φώτα της θάλασσας, τις νύχτες της Αμερικής του θύμησαν
μα δεν ήταν παρά η λάμψη από τις βάρκες και τα απόνερα τους
Ένιωσε πόνο καθώς έπαιζε, και σηκώθηκε απ το πιάνο
μα μόλις είδε το φεγγάρι να ξεπροβάλει πίσω από ‘να σύννεφο
γλυκός του φάνηκε κι ο θάνατος ακόμα
Κοίταξε την κοπέλα στα μάτια, μάτια πράσινα σαν θάλασσα
και ξάφνου έσταξε ένα δάκρυ, και εκείνος ένιωσε να πνίγεται.

 «Πόσο σε αγαπώ, το ξέρεις,
τόσο μα τόσο πολύ, το ξέρεις
που αλυσίδα γίνεται και
σαν το αίμα στις φλέβες λιώνει»

Η δύναμη της όπερας δράματα προσποιείται
με στολές και χρώματα, μ’ άλλον μπορείς να μοιάσεις
μα δυο μάτια που ειλικρινή που σε κοιτάζουν
σε κάνουν τις ατάκες να ξεχνάς, το μυαλό σου παίρνουν
Έτσι, όλα μικρά θαρρείς πως είναι, όπως κι οι νύχτες στην Αμερική
κοιτάς πίσω, και τη ζωή σου βλέπεις σαν της βάρκας τ’απόνερα
Ναι, είναι η ζωή που στερεύει, μα εκείνος δεν το ‘βλεπε έτσι
πως ήταν ευτυχής ένιωθε και το σκοπό ξανάπιασε

«Πόσο σε αγαπώ, το ξέρεις,
τόσο μα τόσο πολύ, το ξέρεις
που αλυσίδα γίνεται και
σαν το αίμα στις φλέβες λιώνει»

«Α ρε χρόνε αλήτη, που ανθρώπους και αγάπες σκορπάς»
Αν μπορούσα, θα έπαιρνα μπογιά να το ‘γραφα σε τοίχο…

 

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s